Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indifferently
01
αδιάφορα, με αδιαφορία
in a way that shows no strong feeling, interest, or concern
Παραδείγματα
He glanced indifferently at the advertisement and walked away.
Κοίταξε αδιάφορα την διαφήμιση και απομακρύνθηκε.
Λεξικό Δέντρο
indifferently
differently
different
differ



























