to indict
in
ɪn
in
dict
ˈdaɪt
dait
induct

Ορισμός και σημασία του "indict"στα αγγλικά

to indict
01

κατηγορώ, ενάγω

to officially accuse a person of a crime 
Transitive: to indict sb
to indict definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
indict
γ΄ ενικό πρόσωπο
indicts
ενεστώτα μετοχή
indicting
απλός αόριστος
indicted
παθητική μετοχή
indicted
Παραδείγματα
The grand jury decided to indict the suspect on charges of robbery and assault. 

Το μεγάλο δικαστήριο αποφάσισε να κατηγορήσει τον ύποπτο για ληστεία και επίθεση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store