indicative
in
ɪn
in
di
ˈdɪ
di
ca
tive
tɪv
tiv
fricativepredicativeaffricativesiccative

Ορισμός και σημασία του "indicative"στα αγγλικά

01

οριστική

(grammar) the mood of a verb that states a fact 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
indicatives
Παραδείγματα
The indicative in English is used for straightforward statements and questions. 

Ο δεικτικός στα αγγλικά χρησιμοποιείται για άμεσες δηλώσεις και ερωτήσεις.

indicative
01

ενδεικτικός, που δηλώνει

(grammar) relating to or denoting a mood of the verb that simply states a fact 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

ενδεικτικός, χαρακτηριστικός

serving as a clear sign or signal of something 
Παραδείγματα
Her high test scores were indicative of her academic prowess. 

Οι υψηλές της βαθμολογίες στα τεστ ήταν ενδεικτικές της ακαδημαϊκής της ικανότητας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store