Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Indicative
01
οριστική
(grammar) the mood of a verb that states a fact
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
indicatives
Παραδείγματα
The indicative in English is used for straightforward statements and questions.
Ο δεικτικός στα αγγλικά χρησιμοποιείται για άμεσες δηλώσεις και ερωτήσεις.
indicative
01
ενδεικτικός, που δηλώνει
(grammar) relating to or denoting a mood of the verb that simply states a fact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
ενδεικτικός, χαρακτηριστικός
serving as a clear sign or signal of something
Παραδείγματα
Her high test scores were indicative of her academic prowess.
Οι υψηλές της βαθμολογίες στα τεστ ήταν ενδεικτικές της ακαδημαϊκής της ικανότητας.



























