Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to indemnify
01
αποζημιώνω, επιδοτώ
to repay someone for financial loss, damage, etc. that they have experienced
Transitive: to indemnify sb for a loss or damage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
indemnify
γ΄ ενικό πρόσωπο
indemnifies
ενεστώτα μετοχή
indemnifying
απλός αόριστος
indemnified
παθητική μετοχή
indemnified
Παραδείγματα
The employer agreed to indemnify the employee for any work-related injuries covered by the company's insurance.
Ο εργοδότης συμφώνησε να αποζημιώσει τον εργαζόμενο για τυχόν τραυματισμούς σχετικούς με την εργασία που καλύπτονται από την ασφάλεια της εταιρείας.
02
αποζημιώνω, προστατεύω
to shield someone from potential financial losses or legal consequences resulting from their actions
Transitive: to indemnify sth against loss or liability
Παραδείγματα
The insurance policy indemnifies homeowners against liability for accidents that occur on their property.
Η ασφαλιστική πολιτική αποζημιώνει τους ιδιοκτήτες σπιτιού για την ευθύνη από ατυχήματα που συμβαίνουν στην ιδιοκτησία τους.
Λεξικό Δέντρο
indemnify
indemn



























