inconstant
in
ɪn
in
cons
ˈkɒns
kons
tant
tənt
tēnt

Ορισμός και σημασία του "inconstant"στα αγγλικά

inconstant
01

ασταθής, ελαστικός

changing very often, especially without a convincing reason 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inconstant
συγκριτικός βαθμός
more inconstant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her inconstant work habits resulted in inconsistent productivity and missed deadlines. 

Οι ασταθείς εργασιακές συνήθειές του οδήγησαν σε ασυνεπή παραγωγικότητα και χαμένες προθεσμίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store