Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inconstant
01
ασταθής, ελαστικός
changing very often, especially without a convincing reason
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inconstant
συγκριτικός βαθμός
more inconstant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her inconstant work habits resulted in inconsistent productivity and missed deadlines.
Οι ασταθείς εργασιακές συνήθειές του οδήγησαν σε ασυνεπή παραγωγικότητα και χαμένες προθεσμίες.
Λεξικό Δέντρο
inconstant
constant
const



























