Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inconsiderately
01
ασυλλόγιστα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα συναισθήματα των άλλων
in a way that shows a lack of thought or care for others
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He spoke inconsiderately, ignoring everyone’s feelings.
Μίλησε απερίσκεπτα, αγνοώντας τα συναισθήματα όλων.
Λεξικό Δέντρο
inconsiderately
considerately
considerate
consider



























