Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inconsiderate
01
ασυνεπής, απρόσεκτος
(of a person) lacking or having no respect or regard for others' feelings or rights
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inconsiderate
συγκριτικός βαθμός
more inconsiderate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
It was inconsiderate of him to forget her birthday without even sending a card.
Ήταν ασυνετές από μέρους του να ξεχάσει τα γενέθλιά της χωρίς καν να στείλει μια κάρτα.
02
ασυλλόγιστος, απερίσκεπτος
without proper consideration or reflection
Λεξικό Δέντρο
inconsiderate
considerate
consider



























