Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incongruous
01
ακατάλληλος, παράξενος
peculiar and not like what is considered suitable or appropriate for a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incongruous
συγκριτικός βαθμός
more incongruous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The modern art piece looked incongruous in the traditional setting of the antique gallery.
Το σύγχρονο έργο τέχνης φαινόταν αταίριαστο στο παραδοσιακό περιβάλλον της αντίκες γκαλερί.
Λεξικό Δέντρο
incongruously
incongruous
congruous
congru



























