incommunicado
in
ˌɪn
ιν
co
κα
mmu
mju:
μγου
ni
νι
ca
ˈkɑ:
κα
do
dəʊ
ντεου
aficionadodesperadobravadoavocado

Ορισμός και σημασία του "incommunicado"στα αγγλικά

incommunicado
01

ακοινώνητος, χωρίς μέσα επικοινωνίας

without the means or right to communicate 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, rights, isolation

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store