incommunicado
Pronunciation
/ˌɪnkəmˌjunəˈkɑdoʊ/

Ορισμός και σημασία του "incommunicado"στα αγγλικά

incommunicado
01

ακοινώνητος, χωρίς μέσα επικοινωνίας

without the means or right to communicate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store