Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incommunicado
01
ακοινώνητος, χωρίς μέσα επικοινωνίας
without the means or right to communicate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, rights, isolation
LanGeek



























