included
inc
ˈɪnk
ινκ
lu
lu:
λου
ded
dɪd
ντιντ
inclined

Ορισμός και σημασία του "included"στα αγγλικά

01

περιλαμβανόμενος, συμπεριλαμβανόμενος

contained or enclosed as part of a group or collection 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
membership, collection, composition
Παραδείγματα
The included items were carefully packed for shipment. 

Τα περιλαμβανόμενα αντικείμενα συσκευάστηκαν προσεκτικά για αποστολή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

included
include
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store