Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
included
01
περιλαμβανόμενος, συμπεριλαμβανόμενος
contained or enclosed as part of a group or collection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The included items were carefully packed for shipment.
Τα περιλαμβανόμενα αντικείμενα συσκευάστηκαν προσεκτικά για αποστολή.
Λεξικό Δέντρο
included
include



























