Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inclined
Παραδείγματα
The inclined surface of the ramp made it easier for wheelchair users to access the building.
Η κλιτυσμένη επιφάνεια της ράμπας διευκόλυνε την πρόσβαση στο κτίριο για τους χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων.
02
κλίνων, τεντωμένος
having a tendency to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inclined
συγκριτικός βαθμός
more inclined
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is inclined to believe the best in people, even when others are skeptical.
Είναι τείνει να πιστεύει το καλύτερο στους ανθρώπους, ακόμα και όταν οι άλλοι είναι σκεπτικοί.
03
έτοιμη, διατεθειμένη
having made or prepared the necessary arrangements to act or proceed
Παραδείγματα
She's already inclined to attend the meeting tomorrow.
Είναι ήδη επικλινής να παραστεί στη συνάντηση αύριο.
04
κλινής, ρεπτικός
giving an opinion in a way that is not strong
Παραδείγματα
She's inclined to think the project will succeed, but she's not entirely convinced yet.
Είναι τεnded να πιστεύει ότι το έργο θα πετύχει, αλλά δεν είναι ακόμη εντελώς πεπεισμένη.
Λεξικό Δέντρο
disinclined
inclined
incline



























