Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to incise
01
χαράσσω, σκαλίζω
to make decorative cuts or markings into the surface of a material by using a sharp-pointed or sharp-edged tool
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
incise
γ΄ ενικό πρόσωπο
incises
ενεστώτα μετοχή
incising
απλός αόριστος
incised
παθητική μετοχή
incised
Παραδείγματα
They observed the craftsman skillfully incising the glass bottle with a diamond-tipped tool.
Παρατήρησαν τον τεχνίτη να χαράζει επιδέξια το γυάλινο μπουκάλι με ένα εργαλείο με ακίδα διαμαντιού.
Λεξικό Δέντρο
incised
incision
incisive
incise



























