incinerator
in
ɪn
in
ci
ˈsɪ
si
ne
ra
reɪ
rei
tor

Ορισμός και σημασία του "incinerator"στα αγγλικά

01

αποτεφρωτής, καυστήρας απορριμμάτων

a waste treatment process that involves the combustion of substances contained in waste materials 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incinerators
Παραδείγματα
The city's waste management system includes an incinerator to efficiently dispose of non-recyclable materials. 

Το σύστημα διαχείρισης αποβλήτων της πόλης περιλαμβάνει ένα καυστήρα για την αποτελεσματική διάθεση μη ανακυκλώσιμων υλικών.

Λεξικό Δέντρο

incinerator
incinerate
inciner
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store