inauthentic
in
ˌɪn
in
au
ɔ:
aw
then
ˈθɛn
then
tic
tɪk
tik
unauthentic

Ορισμός και σημασία του "inauthentic"στα αγγλικά

inauthentic
01

μη γνήσιος, ψεύτικος

not genuine or true 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inauthentic
συγκριτικός βαθμός
more inauthentic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
authenticity, evaluation, behavior
Παραδείγματα
The artist's inauthentic style made it hard to appreciate his work. 

Το μη γνήσιο στυλ του καλλιτέχνη έκανε δύσκολη την εκτίμηση του έργου του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inauthentic
authentic
authent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store