inauthentic
Pronunciation
/ɪnɔːθˈɛntɪk/

Ορισμός και σημασία του "inauthentic"στα αγγλικά

inauthentic
01

μη γνήσιος, ψεύτικος

not genuine or true
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inauthentic
συγκριτικός βαθμός
more inauthentic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie 's plot felt inauthentic, relying too heavily on clichés and predictable twists.
Η πλοκή της ταινίας φάνηκε μη γνήσια, βασισμένη πολύ σε κλισέ και προβλέψιμες ανατροπές.

Λεξικό Δέντρο

inauthentic
authentic
authent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store