Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inappropriately
01
ακατάλληλα, με ακατάλληλο τρόπο
in a way that is not suitable, fitting, or proper for a given situation
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The comment made during the meeting was deemed inappropriately humorous.
Το σχόλιο που έγινε κατά τη συνάντηση θεωρήθηκε ακατάλληλα χιουμοριστικό.
Λεξικό Δέντρο
inappropriately
appropriately
appropriate



























