Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in front
Παραδείγματα
I tripped over the person standing in front when the line moved suddenly.
Σκόνταψα στο άτομο που στεκόταν μπροστά όταν η ουρά κινήθηκε ξαφνικά.
1.1
μπροστά, στο μπροστινό μέρος
in the most forward position inside a vehicle or space
Παραδείγματα
The controls are located right in front on the dashboard.
Τα στοιχεία ελέγχου βρίσκονται ακριβώς μπροστά στον πίνακα οργάνων.
02
μπροστά, εμπρός
on the part or side that faces forward or is nearest to a viewer
Παραδείγματα
He piled the luggage in front for easier access.
Έβαλε τις αποσκευές μπροστά για ευκολότερη πρόσβαση.
03
μπροστά, στην πρώτη θέση
in the leading place in a game, contest, or race.
Παραδείγματα
They battled hard but could n't get back in front after falling behind.
Πολέμησαν σκληρά αλλά δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν μπροστά αφού έμειναν πίσω.



























