Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
In-tray
01
δίσκος εισερχομένων, δίσκος εργασιών προς εκτέλεση
a tray-like object on an office desk, where incoming tasks or documents are placed for someone to deal with
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
in-trays
LanGeek



























