Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Imprudence
01
απροσεξία
the quality of making decisions or taking actions without considering potential risks or consequences
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His imprudence in spending money quickly led to financial troubles.
Η απροσεξία του στην ξόδευση χρημάτων οδήγησε γρήγορα σε οικονομικά προβλήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
imprudence
prudence
prud



























