Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to improve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
improve
γ΄ ενικό πρόσωπο
improves
ενεστώτα μετοχή
improving
απλός αόριστος
improved
παθητική μετοχή
improved
Παραδείγματα
Regular exercise can improve your overall health.
Η τακτική άσκηση μπορεί να βελτιώσει τη γενική σας υγεία.
Παραδείγματα
His health has improved significantly since he started exercising regularly.
Η υγεία του έχει βελτιωθεί σημαντικά από τότε που άρχισε να ασκείται τακτικά.
Λεξικό Δέντρο
improved
improvement
improver
improve



























