improbability
im
ɪm
im
pro
ˌprɒ
pro
ba
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "improbability"στα αγγλικά

01

απιθανότητα, αναξιοπιστία

the quality or state of being unlikely to happen or be true 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
improbabilities
Παραδείγματα
The improbability of winning the lottery doesn't stop people from trying. 

Η απιθανότητα να κερδίσεις το λόττο δεν σταματά τους ανθρώπους από το να προσπαθούν.

Λεξικό Δέντρο

improbability
probability
probable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store