Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Improbability
01
απιθανότητα, αναξιοπιστία
the quality or state of being unlikely to happen or be true
Παραδείγματα
The improbability of their success only made their achievement more inspiring.
Η απιθανότητα της επιτυχίας τους έκανε την επίτευξή τους πιο εμπνευσμένη.
Λεξικό Δέντρο
improbability
probability
probable



























