Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Impost
01
αετωματικό, κλειδί θόλου
the uppermost horizontal element or block that supports the weight of an arch or vault
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imposts
02
φόρος, δασμός
money collected under a tariff
Λεξικό Δέντρο
impost
post



























