impost
im
ˈɪm
ιμ
post
pəʊst
πεουστ
import

Ορισμός και σημασία του "impost"στα αγγλικά

01

αετωματικό, κλειδί θόλου

the uppermost horizontal element or block that supports the weight of an arch or vault 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
imposts
02

φόρος, δασμός

money collected under a tariff 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impost
post
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store