impossible
im
ɪm
im
po
ˈpɒ
po
ssi
si
ble
bəl
bēl
impressible

Ορισμός και σημασία του "impossible"στα αγγλικά

impossible
01

αδύνατος, απραγματοποίητος

not able to occur, exist, or be done 
impossible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impossible
συγκριτικός βαθμός
more impossible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite all his efforts, he found it impossible to forget his past. 

Παρά όλες του τις προσπάθειες, βρήκε αδύνατο να ξεχάσει το παρελθόν του.

02

αδύνατος, αφόρητος

extremely difficult to handle or tolerate 
Παραδείγματα
His stubborn attitude makes it impossible to work with. 

Η πεισματική του συμπεριφορά κάνει αδύνατη τη συνεργασία μαζί του.

03

αδύνατος, πεισματάρης

(of a person) extremely stubborn or difficult to deal with 
Παραδείγματα
He’s impossible when he refuses to admit he’s wrong. 

Είναι αδύνατος όταν αρνείται να παραδεχτεί ότι κάνει λάθος.

01

το αδύνατο, η αδυναμία

a thing that cannot be accomplished or is beyond what can reasonably be expected 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impossibles
Παραδείγματα
They were determined to turn the impossible into reality. 

Ήταν αποφασισμένοι να μετατρέψουν το αδύνατο σε πραγματικότητα.

Λεξικό Δέντρο

impossible
possible
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store