Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impossible
01
αδύνατος, απραγματοποίητος
not able to occur, exist, or be done
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impossible
συγκριτικός βαθμός
more impossible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They were trying to achieve an impossible standard of perfection.
Προσπαθούσαν να επιτύχουν ένα αδύνατο πρότυπο τελειότητας.
Παραδείγματα
She found herself in an impossible situation with no clear solution.
Βρέθηκε σε μια αδύνατη κατάσταση χωρίς σαφή λύση.
03
αδύνατος, πεισματάρης
(of a person) extremely stubborn or difficult to deal with
Παραδείγματα
The child was acting impossible, refusing to listen to anyone.
Το παιδί συμπεριφερόταν αδύνατα, αρνούμενο να ακούσει κανέναν.
Impossible
01
το αδύνατο, η αδυναμία
a thing that cannot be accomplished or is beyond what can reasonably be expected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
impossibles
Παραδείγματα
The story blurred the lines between the possible and the impossible.
Η ιστορία θόλωσε τα όρια μεταξύ του δυνατού και του αδύνατου.
Λεξικό Δέντρο
impossible
possible



























