Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to imperil
01
θέτω σε κίνδυνο, επιφέρω κίνδυνο
to endanger a person or thing
Transitive: to imperil sb/sth
Παραδείγματα
Continuous disregard for safety measures is imperiling the workplace.
Η συνεχής αδιαφορία για τα μέα ασφαλείας θέτει σε κίνδυνο τον χώρο εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
imperil
peril



























