to imperil
Pronunciation
/ˌɪmˈpɛɹəɫ/

Ορισμός και σημασία του "imperil"στα αγγλικά

to imperil
01

θέτω σε κίνδυνο, επιφέρω κίνδυνο

to endanger a person or thing
Transitive: to imperil sb/sth
to imperil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
imperil
γ΄ ενικό πρόσωπο
imperils
ενεστώτα μετοχή
imperiling
απλός αόριστος
imperiled
παθητική μετοχή
imperiled
Παραδείγματα
Continuous disregard for safety measures is imperiling the workplace.
Η συνεχής αδιαφορία για τα μέα ασφαλείας θέτει σε κίνδυνο τον χώρο εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store