to imperil
im
ɪm
ιμ
pe
ˈpɛ
πε
ril
rɪl
ριλ
imperial

Ορισμός και σημασία του "imperil"στα αγγλικά

to imperil
01

θέτω σε κίνδυνο, επιφέρω κίνδυνο

to endanger a person or thing 
Transitive: to imperil sb/sth
to imperil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
imperil
γ΄ ενικό πρόσωπο
imperils
ενεστώτα μετοχή
imperiling
απλός αόριστος
imperiled
παθητική μετοχή
imperiled
Παραδείγματα
Driving under the influence not only imperils the driver but also other innocent road users. 

Η οδήγηση υπό την επήρεια όχι μόνο θέτει σε κίνδυνο τον οδηγό αλλά και άλλους αθώους χρήστες του δρόμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imperil
peril
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store