to impede
Pronunciation
/ˌɪmˈpid/

Ορισμός και σημασία του "impede"στα αγγλικά

to impede
01

εμποδίζω, δυσκολεύω

to create difficulty or obstacles that make it hard for something to happen or progress
Transitive: to impede a process or activity
to impede definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impede
γ΄ ενικό πρόσωπο
impedes
ενεστώτα μετοχή
impeding
απλός αόριστος
impeded
παθητική μετοχή
impeded
Παραδείγματα
The thick fog impeded visibility and slowed down the morning commute.
Ο πυκνός ομίχλη εμπόδισε την ορατότητα και επιβράδυνε το πρωινό μετακίνηση.

Λεξικό Δέντρο

impedance
impeding
impede
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store