Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to impede
01
εμποδίζω, δυσκολεύω
to create difficulty or obstacles that make it hard for something to happen or progress
Transitive: to impede a process or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
impede
γ΄ ενικό πρόσωπο
impedes
ενεστώτα μετοχή
impeding
απλός αόριστος
impeded
παθητική μετοχή
impeded
Παραδείγματα
The thick fog impeded visibility and slowed down the morning commute.
Ο πυκνός ομίχλη εμπόδισε την ορατότητα και επιβράδυνε το πρωινό μετακίνηση.
Λεξικό Δέντρο
impedance
impeding
impede



























