impaired
Pronunciation
/ˌɪmˈpɛɹd/

Ορισμός και σημασία του "impaired"στα αγγλικά

01

αποδυναμωμένος, χαλασμένος

weakened in strength, effectiveness, quality, or usefulness
impaired definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impaired
συγκριτικός βαθμός
more impaired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The impaired efficiency of the old refrigerator led to higher energy bills.
Η μειωμένη αποτελεσματικότητα του παλιού ψυγείου οδήγησε σε υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας.
02

εξασθενημένος, κατεστραμμένος

functioning poorly due to being weakened or damaged

Λεξικό Δέντρο

unimpaired
impaired
impair
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store