Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impaired
01
αποδυναμωμένος, χαλασμένος
weakened in strength, effectiveness, quality, or usefulness
Παραδείγματα
The impaired efficiency of the old refrigerator led to higher energy bills.
Η μειωμένη αποτελεσματικότητα του παλιού ψυγείου οδήγησε σε υψηλότερους λογαριασμούς ενέργειας.
02
εξασθενημένος, κατεστραμμένος
functioning poorly due to being weakened or damaged
Λεξικό Δέντρο
unimpaired
impaired
impair



























