Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Immovable
01
ακίνητη περιουσία, ακίνητο
property consisting of houses and land
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
immovables
immovable
01
ακίνητος, αμετακίνητος
(of an object) impossible to be placed elsewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immovable
συγκριτικός βαθμός
more immovable
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
immovable
movable



























