immovable
Pronunciation
/ˌɪˈmuvəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "immovable"στα αγγλικά

01

ακίνητη περιουσία, ακίνητο

property consisting of houses and land
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
immovables
01

ακίνητος, αμετακίνητος

(of an object) impossible to be placed elsewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immovable
συγκριτικός βαθμός
more immovable
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store