Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to immigrate
01
μεταναστεύω
to come to a foreign country and live there permanently
Intransitive: to immigrate somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
immigrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
immigrates
ενεστώτα μετοχή
immigrating
απλός αόριστος
immigrated
παθητική μετοχή
immigrated
Παραδείγματα
After obtaining a work visa, Maria decided to immigrate to the United States.
Μετά την απόκτηση μιας εργατικής βίζας, η Μαρία αποφάσισε να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες.
02
μεταναστεύω, διευκολύνω τη μετανάστευση
to facilitate the arrival and settlement of individuals in a foreign country
Transitive: to immigrate sb
Παραδείγματα
The government implemented policies to immigrate skilled workers to address the shortage in the labor market.
Η κυβέρνηση εφάρμοσε πολιτικές για τη μετανάστευση ειδικευμένων εργαζομένων για να αντιμετωπίσει την έλλειψη στην αγορά εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
immigrate
migrate
migr



























