Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immeasurable
01
ανυπολόγιστος, ανεκτίμητος
too great or extensive to be measured or quantified
Παραδείγματα
His dedication to the project was immeasurable, showing commitment far beyond what was expected.
Η αφοσίωσή του στο έργο ήταν ανυπολόγιστη, δείχνοντας δέσμευση πολύ πέρα από αυτή που αναμενόταν.
Λεξικό Δέντρο
immeasurable
measurable
measure



























