Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
immeasurable
01
ανυπολόγιστος, ανεκτίμητος
too great or extensive to be measured or quantified
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
magnitude, evaluation, abstraction
Παραδείγματα
The impact of the community's support on the charity's success was immeasurable.
Η επίδραση της υποστήριξης της κοινότητας στην επιτυχία της φιλανθρωπίας ήταν ανυπολόγιστη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
immeasurable
measurable
measure



























