imitator
Pronunciation
/ˈɪməˌteɪtɝ/

Ορισμός και σημασία του "imitator"στα αγγλικά

01

μιμητής, απομίμηση

an individual who replicates the actions, expressions, or speech of someone else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
imitators
Παραδείγματα
The talk show host showcased his versatility by inviting a professional imitator to entertain the viewers with celebrity impersonations.
Ο παρουσιαστής της talk show επέδειξε την ευελιξία του καλώντας έναν επαγγελματία μιμητή να ψυχαγωγήσει το κοινό με μιμήσεις διασημοτήτων.
02

μιμητής, αντιγραφέας

someone who (fraudulently) assumes the appearance of another
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store