Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Imbibing
01
απορρόφηση, κατανάλωση υγρών
the act of consuming liquids
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
imbibings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
imbibing
imbibe



























