imbibing
im
ɪm
ιμ
bi
ˈbaɪ
μπαι
bing
bɪng
μπινγκ

Ορισμός και σημασία του "imbibing"στα αγγλικά

01

απορρόφηση, κατανάλωση υγρών

the act of consuming liquids 
imbibing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
imbibings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imbibing
imbibe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store