imaginable
i
ɪ
i
ma
ˈmæ
mā
gi
ʤɪ
ji
nable
nəbl
nēbl

Ορισμός και σημασία του "imaginable"στα αγγλικά

imaginable
01

φανταστός, πιθανός

able to be imagined or believed to exist 
imaginable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most imaginable
συγκριτικός βαθμός
more imaginable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
possibility, cognition, perception
Παραδείγματα
Despite the challenges ahead, a solution was imaginable with enough creativity and ingenuity. 

Παρά τις προκλήσεις που επέρχονται, μια λύση ήταν φανταστική με αρκετή δημιουργικότητα και εφευρετικότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unimaginable
imaginable
imagine
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store