ill-treated
ill
ˈɪl
ιλ
trea
tri
τρι
ted
tɪd
τιντ
/ˈɪltɹˈiːtɪd/

Ορισμός και σημασία του "ill-treated"στα αγγλικά

ill-treated
01

κακοποιημένος, καταχρησμένος

having been mistreated or abused, either physically, emotionally, or psychologically
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ill-treated
συγκριτικός βαθμός
more ill-treated
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store