Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ill-treated
01
κακοποιημένος, καταχρησμένος
having been mistreated or abused, either physically, emotionally, or psychologically
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ill-treated
συγκριτικός βαθμός
more ill-treated
διαβαθμίσιμο



























