ill-favored
ill
ɪlfeɪvəd
ilfeivēd
favored
ill-favoured
ill-favoured

Ορισμός και σημασία του "ill-favored"στα αγγλικά

ill-favored
01

δυσάρεστος, αποκρουστικός

unattractive or unpleasant in appearance 
ill-favored definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ill-favored
συγκριτικός βαθμός
more ill-favored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite her ill-favored appearance, the kind-hearted woman was cherished for her generous spirit. 

Παρά την δυσάρεστη εμφάνισή της, η καλόκαρδη γυναίκα ήταν αγαπητή για το γενναιόδωρο πνεύμα της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store