Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ill-famed
01
κακόφημος, με κακή φήμη
having a reputation that is widely known for being negative or unfavorable, often due to misconduct or dishonorable actions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ill-famed
συγκριτικός βαθμός
more ill-famed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite its ill-famed reputation, the old mansion attracted curiosity seekers and thrill-seekers.
Παρά την κακή του φήμη, το παλιό αρχοντικό προσέλκυε όσους αναζητούσαν περιέργεια και δράση.



























