Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ignorant
01
αδαής, αφελής
lacking sophistication, worldly experience, or social refinement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ignorant
συγκριτικός βαθμός
more ignorant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ignorant traveler offended the locals by ignoring customs.
Ο αδαής ταξιδιώτης προσέβαλε τους ντόπιους αγνοώντας τα έθιμα.
02
αγνοών, απληροφόρητος
unaware or uninformed because of a lack of relevant knowledge
Παραδείγματα
He was ignorant of the new regulations.
Ήταν αγνοούσε τους νέους κανονισμούς.
03
αμαθής, αγράμματος
lacking education or formal knowledge
Παραδείγματα
Many ignorant individuals struggle to understand basic concepts in science.
Πολλά αγνοήμονα άτομα δυσκολεύονται να κατανοήσουν βασικές έννοιες στην επιστήμη.
Λεξικό Δέντρο
ignorantly
ignorantness
ignorant
ignore



























