igniter
Pronunciation
/ɪɡnˈɪɾɚ/
ignitor

Ορισμός και σημασία του "igniter"στα αγγλικά

01

ανάφλεξη, συσκευή ανάφλεξης

a device used to produce a flame
igniter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
igniters
Παραδείγματα
The technician checked the igniter to diagnose why the furnace would n’t turn on.
Ο τεχνικός έλεγξε τον αναπτήρα για να διαγνώσει γιατί η σόμπα δεν ανάβει.
02

ανάφλεκτης, πυροκροτητής

a substance used to ignite or kindle a fire

Λεξικό Δέντρο

igniter
ignite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store