Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Igniter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
igniters
Παραδείγματα
The technician checked the igniter to diagnose why the furnace would n’t turn on.
Ο τεχνικός έλεγξε τον αναπτήρα για να διαγνώσει γιατί η σόμπα δεν ανάβει.
02
ανάφλεκτης, πυροκροτητής
a substance used to ignite or kindle a fire
Λεξικό Δέντρο
igniter
ignite



























