idiotic
i
ˌɪ
i
dio
ˈdiɒ
dio
tic
tɪk
tik
roboticsomaticchaoticerotic

Ορισμός και σημασία του "idiotic"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, ανόητος

lacking in sense, often to the point of being unreasonable 
idiotic definition and meaning
Παραδείγματα
His idiotic decision to skip the meeting backfired. 

Η ηλίθια απόφασή του να παραλείψει τη συνάντηση απέδωσε αντίθετα.

02

ηλίθιος, τρελός

insanely irresponsible 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most idiotic
συγκριτικός βαθμός
more idiotic
διαβαθμίσιμο
03

ηλίθιος, διανοητικά καθυστερημένος

having a mental age of three to seven years 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store