idiosyncrasy
Pronunciation
/ˌɪdioʊˈsɪnkɹəˌsi/

Ορισμός και σημασία του "idiosyncrasy"στα αγγλικά

01

ιδιοσυγκρασία, ιδιαιτερότητα

an unusual or strange behavior, thought, or habit that is specific to one person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
idiosyncrasies
Παραδείγματα
Her obsession with organizing books by color is a unique idiosyncrasy.
Η εμμονή της να οργανώνει βιβλία ανά χρώμα είναι μια μοναδική ιδιοσυγκρασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store