icky
Pronunciation
/ˈaɪki/

Ορισμός και σημασία του "icky"στα αγγλικά

01

κολλώδης, γλοιώδης

soft and sticky
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
ickiest
συγκριτικός βαθμός
ickier
διαβαθμίσιμο
02

αηδιαστικός, σιχαμένος

causing disgust or discomfort
Παραδείγματα
His hands felt icky after touching the greasy food.
Τα χέρια του ένιωθαν αηδιαστικά αφού άγγιξε το λαδερό φαγητό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store