Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hysterics
01
υστερία, κρίση υστερίας
an uncontrollable outburst of fear, panic, or extreme emotion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
Παραδείγματα
She went into hysterics after hearing the news.
Έπεσε σε υστερία αφού άκουσε τα νέα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hysterics
hyster



























