hypnotism
hyp
ˈhɪp
hip
no
ti
ˌtɪ
ti
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "hypnotism"στα αγγλικά

01

υπνωτισμός, ύπνωση

a method that uses focused attention and relaxation to suggest changes in behavior or thoughts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The hypnotism session helped reduce anxiety. 

Η συνεδρία υπνωτισμού βοήθησε στη μείωση του άγχους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store