Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hypnotic
01
υπνωτικό, υπνοφόρο
a medication that induces sleep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hypnotics
Παραδείγματα
The primary care physician considered a herbal hypnotic supplement as an alternative for the patient seeking a natural sleep aid.
Ο γιατρός πρωτοβάθμιας φροντίδας σκέφτηκε ένα φυτικό υπνωτικό συμπλήρωμα ως εναλλακτική λύση για τον ασθενή που αναζητά ένα φυσικό βοήθημα ύπνου.
hypnotic
01
υπνωτικός, γοητευτικός
relating to or induced by hypnosis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most hypnotic
συγκριτικός βαθμός
more hypnotic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hypnotic process requires deep concentration.
Η υπνωτική διαδικασία απαιτεί βαθιά συγκέντρωση.
02
υπνωτικός, γοητευτικός
holding attention in a compelling or spellbinding way
Παραδείγματα
The song had a hypnotic beat that drew everyone in.
Το τραγούδι είχε έναν υπνωτικό ρυθμό που τραβούσε όλους.
Λεξικό Δέντρο
hypnotic
hypnot



























