hypnotic
hyp
hɪp
χιπ
no
ˈnɒ
νο
tic
tɪk
τικ
quixoticneuroticdespoticnarcotic

Ορισμός και σημασία του "hypnotic"στα αγγλικά

01

υπνωτικό, υπνοφόρο

a medication that induces sleep 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hypnotics
Παραδείγματα
The doctor prescribed a hypnotic to the patient experiencing chronic insomnia to improve sleep quality. 

Ο γιατρός συνέταξε ένα υπνωτικό στον ασθενή που πάσχει από χρόνια αϋπνία για να βελτιώσει την ποιότητα του ύπνου.

01

υπνωτικός, γοητευτικός

relating to or induced by hypnosis 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most hypnotic
συγκριτικός βαθμός
more hypnotic
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, medicine, therapy
Παραδείγματα
The patient entered a hypnotic state during therapy. 

Ο ασθενής μπήκε σε υπνωτική κατάσταση κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

02

υπνωτικός, γοητευτικός

holding attention in a compelling or spellbinding way 
Παραδείγματα
The dancer's hypnotic movements captivated the audience. 

Οι υπνωτικές κινήσεις του χορευτή γοήτευσαν το κοινό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hypnotic
hypnot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store