hygienist
Pronunciation
/ˌhaɪˈɡɛnɪst/, /ˌhaɪˈɡinɪst/

Ορισμός και σημασία του "hygienist"στα αγγλικά

01

υγιεινολόγος, ειδικός υγιεινής

a professional who promotes and maintains cleanliness and health standards
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hygienists
Παραδείγματα
The school brought in a hygienist to teach the children about proper handwashing techniques and hygiene practices.
Το σχολείο έφερε έναν υγιεινολόγο για να διδάξει στα παιδιά τις σωστές τεχνικές πλύσης των χεριών και τις πρακτικές υγιεινής.

Λεξικό Δέντρο

hygienist
hygiene
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store