hygienist
hy
haɪ
hai
gie
ˈʤi:
ji
nist
nɪst
nist

Ορισμός και σημασία του "hygienist"στα αγγλικά

01

υγιεινολόγος, ειδικός υγιεινής

a professional who promotes and maintains cleanliness and health standards 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hygienists
Παραδείγματα
The hygienist ensured that all the medical equipment was sterilized before the surgery. 

Ο υγιεινολόγος διασφάλισε ότι όλος ο ιατρικός εξοπλισμός αποστειρώθηκε πριν από τη χειρουργική επέμβαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hygienist
hygiene
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store