Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hydrothermal
01
υδροθερμικός, σχετικός με το ζεστό νερό
related to hot water, especially water heated by the earth, often found deep underground or near volcanoes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientists studied hydrothermal vents on the ocean floor.
Οι επιστήμονες μελέτησαν τις υδροθερμικές διόδους στον πυθμένα του ωκεανού.
Λεξικό Δέντρο
hydrothermal
hydro
thermal



























