Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hyena
01
ύαινα, ύαινα (νυκτόβιο άγριο θηλαστικό)
a nocturnal wild mammal that eats the remains of the flesh of other animals and makes a sound like laughter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hyenas
LanGeek



























