Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Appurtenance
01
αξεσουάρ, συμπλήρωμα
an accessory or addition to something more important
Παραδείγματα
The artist carried her brushes, paints, and other appurtenances to the studio.
Η καλλιτέχνης μετέφερε τα πινέλα, τα χρώματα και άλλα αξεσουάρ στο στούντιο.
Λεξικό Δέντρο
appurtenance
appurten



























