Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hut
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
huts
Παραδείγματα
The family lived in a small hut made of bamboo and thatch.
Η οικογένεια ζούσε σε ένα μικρό καλύβι φτιαγμένο από μπαμπού και άχυρο.
02
καλύβα, καταφύγιο
a temporary shelter used by military personnel
Παραδείγματα
Soldiers stayed in a hut during field exercises.
Οι στρατιώτες έμειναν σε μια καλύβα κατά τη διάρκεια των ασκήσεων πεδίου.



























