Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hutch
01
ένα ξύλινο κουτί με μεταλλικό μπροστινό μέρος που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση μικρών κατοικίδιων ζώων, όπως κουνέλια
a wooden box with a wired front used for keeping small domesticated animals, such as rabbits, ferrets, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hutches
02
ένα είδος ντουλαπιού, προθήκη
a type of cabinet that consists of a lower cabinet or sideboard with drawers and/or cabinets, and an upper cabinet or open shelves for storage or display
03
καλύβα, προσωρινό καταφύγιο
small crude shelter used as a dwelling
LanGeek



























