Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hustler
01
απατεώνας, αλάνης
a shrewd or unscrupulous person who knows how to circumvent difficulties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hustlers
02
πόρνος, τζίγκολο
a person, usually male, who has sex in exchange for money
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
That hustler walked down the street with a confident stride.
Αυτός ο πόρνος περπατούσε στο δρόμο με βέβαιο βήμα.
03
απατεώνας, αλάνης
a person who tricks others to get their money, often by deception
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The hustler took his money.
Ο απατεώνας πήρε τα χρήματά του.
Λεξικό Δέντρο
hustler
hustle



























