hustler
hust
ˈhʌs
has
ler
hostler

Ορισμός και σημασία του "hustler"στα αγγλικά

01

απατεώνας, αλάνης

a shrewd or unscrupulous person who knows how to circumvent difficulties 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hustlers
02

πόρνος, τζίγκολο

a person, usually male, who has sex in exchange for money 
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
That hustler walked down the street with a confident stride. 

Αυτός ο πόρνος περπατούσε στο δρόμο με βέβαιο βήμα.

03

απατεώνας, αλάνης

a person who tricks others to get their money, often by deception 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The hustler took his money. 

Ο απατεώνας πήρε τα χρήματά του.

Λεξικό Δέντρο

hustler
hustle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store