hurdles
hu
ˈhɜ:
χερ
rdles
ədlz
αντλζ

Ορισμός και σημασία του "hurdles"στα αγγλικά

01

εμπόδια, αγώνας εμποδίων

a type of footrace where runners must jump over a series of barriers that are placed in their path along the track 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hurdles

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store